ΜΙΛΤΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΣ Ο Μεγάλος Γεραγώτης Δάσκαλος
Του Π.Δ. ΠΑΝΤΑΖΗ*
Ο Μίλτος Κουντουράς, αν
τιμά με το έργο του και τα προοδευτικά του μηνύματα όλη την Ελλάδα, τότε
τιμά και δοξάζει με αμάραντη δάφνη τον τόπο
που τον γέννησε, τη Γέρα! Το όνομά του θα μείνει στην Ιστορία ταιριαστά ενωμένο με το όνομα της Γέρας.
Δεν γεννήθηκε συμπτωματικά στη Γέρα. Η Γέρα με το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον της τον ενέπνευσε και τον ανάστησε. Και τη Γέρα ο Κουντουράς την αγάπησε και τη δόξασε.
Εισέβαλε μέσα στο τέλμα των αντιδραστικών δυνάμεων της εποχής του σαν το δροσερό αγέρα του Καρυώνα και του Σορόκου. Κι έφερε το νερό της Περαβρύσης, για να ποτήση το διψασμένο στόμα της ελληνικής Παιδείας. Δεν αρνιέμαι μ' αυτά πού λέγω, πως ό,τι έγινε, το οφείλει προπάντων στο τάλαντο,
που του χάρισε ο θεός, και στον αγώνα που κατέβαλε, να το αξιοποιήσει. Αλλά ούτε μπορεί ν’ αμφισβητήσει κανείς πως ό,τι έγινε, έχει μεγάλη σχέση με τη φύτρα του.
Σαν όνειρο του ερχόταν στη μνήμη μια εικόνα από την ηλικία των πέντε χρόνων του. Και τη σημειώνει στις αναμνήσεις του. Ήταν η προμανή του η Χατζήδαινα. Την αντάμωσε στο δρόμο του χωριού, καθώς εκείνη γύριζε απ' τη βρύση, κρατώντας στο ένα της χέρι το ραβδί και στ' άλλο ένα μεγάλο μπακιρένιο δοχείο με νερό. Η σεβάσμια εμφάνιση της παλιάς σκοπελιανής γριάς έχει στη μορφή της κάτι σαν προφητικά ή έστω συμβολικό, καθώς έρχεται σκυφτή απ’ τη βρύση φέρνοντας το νερό…
Αλλά θα σταθούμε ιδιαίτερα στον πατέρα του. Ο γερο - Κουντουράς, δημογέροντας της εποχής της τουρκοκρατίας, είναι μια σύνθεση ρεαλιστή, αλλά και συναισθηματικού ανθρώπου. Διαθέτει διοικητικά προσόντα. Ξέρει να κυβερνά με μυαλοσύνη το σπιτικό του. Παράλληλα όμως διαβάζει μυθιστορήματα, γράφει ημερολόγιο αναμνήσεων ψέλνει στο σπίτι θρησκευτικούς ύμνους και τραγούδι πατριωτικά τραγούδια. Γίνεται θύελλα οργής, όταν βλέπει αναποδιές, αλλά σαν τη θάλασσα γαληνεύει και πλημμυρίζει αγάπη, θέλει να κρατήσει το Μίλτο στο μαγαζί ή «υποχωρώντας», να τον κάνει φαρμακοποιό.
Παράλληλα όμως γεμίζει δασκάλους το σπίτι και λογοτεχνικά περιοδικά.
Είναι συνδρομητής στη «Διάπλαση των Παίδων». Και στο τέλος σπουδάζει, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, επιστήμονες και τους τρεις γιους του... Κι όταν πέρασαν τα χρόνια και ο Μίλτος γυρίζει μια μέρα ματωμένος στην καρδιά απ’
τους συκοφάντες και στοιβάζει μπροστά στο γέρο τις εφημερίδες, πού έγραφαν εναντίον του,
ο γέρος ανασηκώσει την σκεβρωμένη πλάτη του και του λέει περήφανα: «Κουντουράς δεν είσαι; Δεν υπάρχει φόβος λοιπόν!».
Θα αναφέρω ένα περιστατικό, πού σχετίζεται με το τοπίο της Γέρας. Σ' έναν περίπατο του Κουντουρά με το ζωγράφο Στρατή Αξιώτη, καθώς βρέθηκαν μπροστά στο στόμιο του κόλπου, ο Κουντουράς στάθηκε μαγεμένος και βουβός. Κι ύστερα γύρισε και ρώτησε τον
Αξιώτη: «Τι αισθάνεσαι;». Η σκηνή μου θυμίζει τη συγκίνηση του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού, όταν νέος, περπατώντας μ' ένα φίλο του στη Ζάκυνθο, μέσα στην άνοιξη, άκουσε μια φλογέρα
κι έμεινε κι εκείνος σιωπηλός. Κι ύστερα έκανε την ίδια αυτή ερώτηση στο φίλο του.
Ο φίλος του Σολωμού δεν κατάλαβε και του απάντησε «Τίποτα» Ο
Αξιώτης όμως απάντησε ωραία, «ένα άνοιγμα της ψυχής!» «Μπράβο, του είπε τότες ο Κουντουράς, γεμάτος ενθουσιασμό.
Είσαι καλλιτέχνης!.
Καθόταν επίσης και κατάγραφε σ ένα σημειωματάριο τα ονόματα των χόρτων των γεραγώτικων βουνών: «Αντουνέλια, χριστάγκαθα, λουλουδιές» κτλ. Και μια μέρα στάθηκε σ' ένα καφενεδάκι και βλέποντας, πού τριγύριζαν το γέρο βράκα καφετζή οι πελάτες δίπλα στη
σόμπα, είπε «Πόσο θα 'θελα να είμαι ο καφετζής! Και να κάθομαι δίπλα στη σόμπα και να τους λέγω, να τους λέγω…»
Ο γεννημένος δάσκαλος!
Είναι, χωρίς αμφιβολία, παραδεισένια η φύση της Γέρας με τα κατάφυτα απ'
τις αιωνόβιες ελιές βουνά της, με τις κοιλάδες, τα ισώματα και τον κάμπο, πού μοσχοβολούν απ' τα περιβόλια, και με τον κόλπο, πού είναι απ' τους μαγευτικότερους του κόσμου (και πού τόσο δυστυχώς σήμερα δεινοπαθεί...) Άλλα είναι και πολλοί άνθρωποι της, πού δεν τους επέτρεψαν οι συνθήκες να γίνουν Κουντουράδες, έχουν όμως μέσα τους το μεράκι της σκέψης και της
ομορφιάς, θα αναφέρω απ τις πολλές μια χαρακτηριστική περίπτωση, το Γιώργο Γλιγλή, πού μπήκε στο Πολυτεχνείο σαν γλύπτης, αλλά διέκοψε με τους βαλκανικούς πολέμους. Όμως εκείνος, στο φούρνο κάτω από την εκκλησιά, πού τον χρησιμοποιούσε γι' αποθήκη, είχε ένα τραπεζάκι και καβαλέτα. Και τον θυμάται ο Αξιώτης, πού έφτιαχνε τερρακότες. Και μια μέρα έφτιαχνε με πηλό ένα
αλογάκι ανασηκωμένο στα πίσω πόδια σαν στη «Σφαγή της Χίου» του Ντελακρουά. Μα είχε μπακάλικο και τον φώναζαν... «Τώρα έρχομαι!» έλεγε κι έτρεχε
και παραπονιόταν: «Ανάθεμα τους πολέμους, πού δε μ' άφησαν να σπουδάσω! Τώρα έτσι βγάζω το μεράκι μου…»
Γενικά, το περιβάλλον της Γέρας εκείνης της εποχής συνδυάζει μια οικονομική ανάπτυξη με μια πνευματική δραστηριότητα. Η οικονομική ανάπτυξη στηρίζεται στην πλούσια αγροτική περιοχή και στον κόλπο, αλλά και στην επαφή Ολάκερου του νησιού με την αντικρινή Ανατολή Μέσα στην τουρκοκρατία και με αρκετούς Τούρκους κατοίκους το ελληνικό στοιχείο στη Γέρα κυριαρχεί. Οι φουγάροι των ελαιοτριβείων του καπνίζουν. Χτίζονται πολλά αρχοντικά με μπαλκόνια και μαρμαρένιες σκάλες. Στο Πέραμα αναπτύσσεται βιομηχανία. Υψώνονται σχολειά κι επιβλητικές εκκλησιές
ο Άγιος Γιώργης στο Σκόπελο χτίζεται με πρωτοβουλία του πατέρα του Κουντουρά.
Παράλληλα, είναι αρκετοί οι Γεραγώτες που σπουδάζουν. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι το κίνημα του δημοτικισμού στο νησί πρωτοφάνηκε στη Γέρα με σημαιοφόρο το Στρατή Παπαντώνη. Είχε σπουδάσει με συνδρομές των παπαδιανών. Και δε δίστασε, επιστρέφοντας στον τόπο του, να αψηφήσει το συντηρητισμό και να διακηρύξει το αναγεννητικό του μήνυμα, επηρεάζοντας μάλιστα και το Βάλλη και τον Αλβανό.
Ο ίδιος ο Κουντουράς ομολογεί την εκτίμηση που έτρεφε στον Παπαντώνη και τον Αλβανό. Γύρω σ'αυτά τα χρονιά η ευτύχησε να έχει και αξιόλογους δασκάλους. Ανάμεσα στους άλλους τον Υάκινθο, συνεχιστή της σχολής Σταυράκη Αναγνώστη. Αργότερα έρχεται ο πρωτοπόρος δημοτικιστής Δημήτριος Αλβανός, πού πιο υστέρα έβγαλε το αναγεννητικό περιοδικό -Χαραυγή- Ένα τέτοιο προοδευτικό αναμορφωτή δε θα μπορούσε εύκολα να τον σηκώσει άλλο χωριό. Τον στήριξε όμως η Γέρα με την πρωτοποριακή της ατμόσφαιρα.
Οι δάσκαλοι αυτοί ανεβάζουν στη σκηνή πατριωτική έργα. Και σιγά σιγά, μαζί με άλλους μορφωμένους, αλλά και κοινούς ερασιτέχνες δημιουργούν μια θεατρική κίνηση αξιόλογη. Ο ίδιος ο Κουντουράς, που έφηβος ακόμα έγραφε τραγούδια και έστηνε σκηνές, ανεβάζει σπουδάζοντας ακόμα τον "Οιδίποδα Τύραννο" στο Σκόπελο. Το περιοδικό "Χαραυγή" της 15-31 Ιανουαρίου 1913 γράφει σχετικά: «Εν Σκοπέλω Γέρας εδόθη την περασμένην Κυριακήν ερασιτεχνική παράστασις από φιλόμουσους νέους, Πρωτοστατούντος του φίλου συνεργάτου μας κ. Μ. Κουντουρά Μεταξύ άλλων επαίχθη και η γ ' πράξις του "Οιδίποδος Τυράννου".
Δεν υπάρχει βέβαια μόρφωση στα πλατιά στρώματα του λαού.
Όμως είναι σημαντικό ότι η Γέρα τον καιρό του Κουντουρά
ζει έντονα τις πολλές και πλούσιες εκδηλώσεις
ενός λαϊκού πολιτισμού, με ξεχωριστό χρώμα. δημοτικά της τραγούδια, που συνοδεύουν τους λεβέντικους χορούς, τους γραφικούς γάμους και τ' άλλα όμορφα έθιμα πού ολοένα τ' αναθυμάται ο Κουντουράς, ακόμα κι όταν σπουδάζει στη Γερμανία, και τα περιγραφεί. Και πολλές φορές τα τραγούδια αυτά γίνονται διάλογος στα πανηγύρια και σ' άλλες συναναστροφές και δείχνουν έναν κόσμο, πού εκτιμά το αγαθό της ζωής και αναπτύσσει κοινωνικές εκδηλώσεις μ' ευγένεια και έκφραση.
'Αλλά και στην πρωτεύουσα του νησιού ο Κουντουράς θα συναντήσει τις σημαντικές φυσιογνωμίες του Ολυμπίου, των Δελήδων και άλλων μεγάλων δασκάλων Και θα εξασφαλίσει επίσκεψη στο σπίτι του γέρου πια Βερναρδάκη, πού
η μάνα του ήταν γεραγώτισσα Τέλος ο Κουντουράς μπαίνει μέσα στο λογοτεχνικό κλίμα της \λεσβιακής άνοιξης, πού με αρχηγό το φίλο του Στράτη Μυριβήλη άνοιξε καινούριους δρόμους στη νεοελληνική λογοτεχνία Γι' αυτούς τους λόγους σωστά είπε κάποιος για τον Κουντουρά «Τέτοιον εμπνευσμένο παιδαγωγό δεν τον πλάθουν οι σπουδές. Τον προσφέρει στον τόπο
η ζωή. η ίδια η ζωή, η ίδια η φύση και τον ωριμάζουν οι συνθήκες της και τα ψυχικά του βιώματα».
Έτσι, ξεχύνεται στην πνευματική μας ζωή σαν μια δύναμη φυσική, ένας ποταμός Ευεργέτουλας! (ο ποταμός πού βγαίνει στον κόλπο της Γέρας). Κι’ αλήθεια, με το ψευδώνυμο Ευεργέτουλας υπέγραψε το επαναστατικό του άρθρο «Κλείστε τα σχολειά!», πού αποτέλεσε το σύνθημα της μεγάλης αλλαγής που έφερε στην παιδεία μας. Ήρθε κάποτε η μεγάλη στιγμή, που όλη την ποιητική του ευαισθησία και έμπνευση τις διοχέτευσε στην παιδεία. Αλλά οι προοδευτικές του θέσεις που επιβεβαιώνουν την καταγωγή του από τις πηγές της Λέσβου, δεν τον ξεστρατίζουν σε ακρότητες. Τις χαρακτηρίζει
η λογική και ο αγώνας να βγει επιτέλους η παιδεία μας απ' το τέλμα! Ούτε επιδιώκει ο Κουντουράς να μεταφυτεύσει στην Ελλάδα τις μοντέρνες παιδαγωγικές ιδέες του εξωτερικού χωρίς προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα Απ’ αυτήν ξεκινά και σ’αυτήν καταλήγει το έργο του.
Γι αυτό είναι ένας Δάσκαλος του Γένους! Το έργο του έχει πανελλήνια σημασία. Όταν οι δυνάμεις του φθόνου και του σκοταδισμού τον συκοφάντησαν γι' αυτό το έργο του, πού υλοποιήθηκε στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης και πέρασε απ' το Διδασκαλείο ο τότε Υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου είδε με μια ματιά αυτό το Ομαδικό εργαστήριο που το ενέπνεε η πίστη στη ζωή και στα ιδανικά και είπε με ενθουσιασμό: «Εδώ δημιουργείται η νέα και ωραία Ελλάς!»
Και είχε δίκιο. Ο Μίλτος Κουντουράς συνέλαβε τον παλμό της προδομένης Ρωμιοσύνης και αγωνίστηκε να δημιουργήσει παιδεία συγχρονισμένη με βάση τα τελευταία διδάγματα της επιστήμης, αλλά πού ανταποκρίνεται στις ζωντανές εθνικές, θρησκευτικές, λαϊκές, παραδόσεις μας.
Στηρίχτηκε στη ζωντάνια της δημοτικής γλώσσας, εκτίμησε την ομορφιά τής λαϊκής τέχνης και του δημοτικού τραγουδιού. Αγκάλιασε σαν πατέρας τη φτωχολογιά και την προσφυγιά, εξύψωσε την θέση τής γυναίκας. Έκανε τα παιδιά ν' αγαπήσουν τη δουλειά, το βιβλίο, τη ζωή και τον τόπο τους. Και σαν μέλος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου καταξίωσε τη βαρύτητα του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και τής δημοτικής γλώσσας. Με το μάθημα των Νέων Ελληνικών δεν επιδίωξε να φέρει σ’ επαφή το μαθητή με την πορεία απλώς της νεοελληνικής Πνευματικής ζωής, αλλά και με την τέχνη, πού υπογράμμισε την κολοσσιαία σημασία της για τον άνθρωπο.
Αυτά όλα και πολλά άλλα. που δεν είναι εύκολοι θίξουμε εδώ, δείχνουν ότι τα διδάγματα του Κουντουρά όχι μόνο για την εποχή του, αλλά και για την εποχή μας παραμένουν μοντέρνα και αξεπέραστα. Άλλα ίσως γι’ αυτό ήπιε, όσο ζούσε, τόσο πολύ φαρμάκι αγνωμοσύνης και κατατρεγμού. Αυτός, πού ξενύχτησε να προβληματίζεται και ξοδεύτηκε δίπλα στο θρανίο, διώχτηκε, συκοφαντήθηκε και παραμερίστηκε. Και πέθανε πικραμένος τον Απρίλη του 1940. Μνημονεύουμε λοιπόν εφέτος χρονιά
της μνήμης του. Και τα μνημονεύουμε όχι απλώς ν' ανάψουμε το κερί, πού του οφείλουμε, άλλα διδαχτούμε και να πάρουμε κουράγιο. Το Έθνος έχει υποχρέωση να προβάλει το έργο του μεγάλου διδασκάλου του. Είναι μια ευκαιρία, για ν' αναγνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας και να τον αξιοποιήσουμε. Και η Λέσβος υποχρέωση να υψώσει τον ανδριάντα του. Η μορφή του θα θυμίζει στα νιάτα μας ότι αξίζει κανείς ν’ αγωνίζεται για μια πιο όμορφη και προσγειωμένη ελληνική πραγματικότητα ζωή.
* Το κείμενο προέρχεται από το 2ο Τεύχος
της "Γέρας" 1980.
|