Ο Ελύτης της Γέρας

Toυ Π.Δ. ΠΑΝΤΑΖΗ*
«Ποιητή του Αιγαίου» ονόμασε τον Οδυσσέα Ελύτη η διεθνής πνευματική σκέψη, με την ευκαιρία του βραβείου Νόμπελ, πού του
απονεμήθηκε πριν λίγους μήνες. Έγραψα τότε στη «Λεσβιακή Παροικία» ότι «μια ουσιαστικότερη προσέγγιση με τη δημιουργική
παρουσία του δείχνει ότι βασική έπαλξη, από την όποια αντικρίζει το Αιγαίο, είναι ή Λέσβος». Έρχομαι τώρα να διευκρινίσω ότι
ή καρδιά της Λέσβου για τον Ελύτη χτυπά στη Γέρα!
Η βαθιά ρίζα του ξεκινά από το Μεσαγρό της Γέρας. Είναι η μανή του Μελισσηνή Χατζηβασιλείου, μάνα της μάνας του. Τις μέρες
που ο Ελύτης πήρε τα Νόμπελ, άκουσα από μια ηλικιωμένη μεσαγρινή γυναίκα: «Ε, καημέν’ θεια Μιλσνούδ', πού 'σι να δεις του
'γγου-νό σ'!...». Η μεσαγρινή λοιπόν Μελισσηνή παντρεύεται στον Παπάδο το Βρανά Νικολάου. Αυτό είναι το παλιό επίθετο της
παπαδιανής οικογένειας των Βρανάδων. Μετά το θάνατο του Βρανά Νικολάου κηδεμόνευε τα παιδιά του ο μεσαγρινός θείος
τους Αντώνης Ε. Χατζηβασιλείου, έμπορος, αδερφός της Μελισσηνής. Και εκείνος ενδιαφέρθηκε για τα γάμο της μάνας του
'Ελύτη Μαρίας Βρανά με τον Άλεπουδέλλη.
Θα μπορούσε βέβαια, να ρωτήσει κανείς γιατί δε βλέπω τόσο πολύ τις ρίζες του 'Ελύτη στο χωριό του πατέρα του, την
Παναγιούδα της Μυτιλήνης, αλλά τις βλέπω στη Γέρα. Άλλα είναι φανερό ότι υπάρχει ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός του
ποιητή με τη μάνα του. Και ο γενικότερος δεσμός του με τη Γέρα εκφράζεται και στην ποίηση του και σ' όλο τα έργο του. Κι αν
ξεκίνησα να βρω τις ρίζες του από τη μεσαγρινή μανή του, ας μη θεωρηθεί ότι μ' οδήγησαν σ' αυτή την αναζήτηση στενοί
τοπικιστικοί λόγοι, αλλά ή σημασία της γυναικείας ψυχολογίας για έναν ποιητή. Το σημείο αυτό άλλωστε το υπογραμμίζει και το
εξηγεί και ο κριτικός Αντρέας Καραντώνης, πού ή καταγωγή του δεν έχει βέβαια καμιά σχέση ούτε με τη Γέρα ούτε με τη
Μυτιλήνη. Σ' ένα πρόσφατο δοκίμιο του «Ο ποιητικός Ελύτης των χρόνων 1971 — 1978» γράφει: «Στερνή εμφανίζεται με μια
μανό εκπληκτική εικόνα, η άγια μορφή της Μάνας. Η μάνα είναι ο ιερός κρίκος της νησιώτικης παράδοσης της απαρασάλευτα
πιστής στα αμετάβλητο των ρυθμών της άγιας παλιάς οικογενειακής ζωής. Ένας κόσμος, ένας ρυθμός ζωής πού πάει να χαθεί
— αν δεν έχει κιόλας χαθεί — μα πού, ευτυχώς, κάποια πολύτιμα «κειμήλια μνήμης» του τα διασώζει ο ποιητής μέσα στην
ασκητική του κιβωτό:
«Αναντάμ μπαμπαντάμ», έλεγε η μάνα μου και το χέρι της το
αρθριτικό σταματούσε σα φύλλο της μπεγκόνιας.

Η Γεραγώτισα Μάνα του Ελύτη
Πόσο υποβλητική αναδύεται από τα άδυτα της μνήμης
η μορφή της μάνας! Και είναι γνωστό ότι και του Δημήτριου Βερναρδάκη
ή μάνα ήταν γεραγώτισσα. Για τη μάνα του Ελύτη ο Γ. Βαλέτας στο αφιέρωμα των «Αιολικών Γραμμάτων» για τον ποιητή
σημειώνει: «Ό,τι λεπτότερο έχει στην ποίηση του
ο Ποιητής, το χρωστά στη μάνα του, την πανεύγενη αυτή ηρωίδα της αγάπης,
που έκλεισε τα μάτια της στα 1960, τη χρονιά
που ο γιος της τιμήθηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο της ποίησης, με την
ικανοποίηση ότι χάρισε στο νησί της, στην πατρίδα της, έναν έξοχο ποιητή».
Ο ίδιος υπογραμμίζει στο κείμενο του αυτό: «Η μάνα
του με έντονες ποιητικές προδιαθέσεις ήταν μαθήτρια μεγάλου δημοτικιστή». Στα χρόνια της, άλλωστε, τα χωριά της Γέρας, και
ιδιαίτερα ο Μεσαγρός, σημειώνουν αξιόλογη οικονομική και πνευματική άνθιση. Στα σχολειά της Γέρας διδάσκουν οι πιο
προοδευτικοί δάσκαλοι του νησιού, όπως ο Δημήτρης Αλβανός, ο πρώτος δημοτικιστής δάσκαλος της Λέσβου. Ο Υάκινθος,
συγγραφέας του πρωτότυπου μυθιστορήματος «Η Σαπφώ» και μεταφραστής δραμάτων του Ρακίνα σύστησε στο Μεσαγρό
ιδιωτική σχολή. Ειδικά ο Αλβανός είναι διευθυντής του περιοδικού «Χαραυγή», πού ακτινοβόλησε πνευματικά σ' όλο το νησί. Ο
Βαλέτας σημειώνει ότι «στις σελίδες του έξοχου αυτού εικονογραφημένου περιοδικού εντρυφούσαν με εξαιρετικό ενδιαφέρον Ο
γονείς του Ελύτη, τα μεγαλύτερα αδέρφια του και ιδίως η φιλόμουση μάνα του». Άλλα φαίνεται ότι γενικότερα ο δημοτικισμός της
Λέσβου κάνει την πρώτη εμφάνιση του στη Γέρα με σημαιοφόρο το Στρατή Παπαντώνη. Και από εκεί ξεκινά ή πνοή της
λεσβιακής άνοιξης.
Μέσα σ' αυτό το φυτώριο βλασταίνει ο ποιητής και μάρτυρας Δάσκαλος του Γένους Μίλτος Κουντουράς,
στέλεχος της λεσβιακής άνοιξης, πού μνημονεύουμε εφέτος τα σαράντα χρόνια από το θάνατο του. Επίσης ο Στρατής
Βαρελτζίδης, απ' τους πρώτους δημοτικιστές δημοσιογράφους και κριτικούς, στέλεχος επίσης της λεσβιακής άνοιξης.
Η Γέρα επηρεάζει πολύ τον Οδυσσέα Ελύτη και με το τοπίο και με τον κόλπο της. Στο «Θεόφιλο» του (πού το εξώφυλλο του
μάλιστα στολίζει «Ο κόλπος της Γέρας» του Λεσβίου ζωγράφου), μόλις αράζει με τη φαντασία του στη Μυτιλήνη, αισθάνεται την
ανάγκη να πάρει αμέσως τα δρυμό για τη Γέρα και νιώθει μέσα στην καρδιά του ένα δυνατά συγκλονισμό: «Άλλα εκεί πού,
πραγματικά, τα δεσμά του χρόνου λύνονται κι ή ίδια ή βαρύτητα της γης αισθάνεσαι ν' αντισταθμίζεται σαν άπα ισχυρή ουράνια
έλξη, έτσι πού όλα τα πράγματα ν' αποχτούν μια απίστευτη αλαφράδα και μιαν επιμηκυντική κατά τα ύψη παραμόρφωση, σαν
άλλα νυχτερινά πλάσματα του Θεοτοκόπουλου, είναι, χωρίς αμφιβολία, στον κόλπο της Γέρας. Ο πλατύς μαλακός δρόμος από
κοκκινόχωμα πού σε πάει «απ' τσ' γύρ», όπως λένε οι ντόπιοι, στα πέντε ονομαστά χωριά του, αποτελεί ένα είδος προτελευταίο
σκαλοπάτι στους απέραντους κλιμακωτούς ελαιώνες πού ζώνουν απ' όλες τις πλευρές και πλαισιώνουν το ανεστραμμένο, το
γιγάντιο, το ψιλοδουλεμένο στο ασήμι, το θριαμβευτικό κάτοπτρο της στρογγυλής αυτής θαλάσσης».
Όπως βλέπουμε, τη Γέρα ο ποιητής τη βλέπει σαν πατρίδα των μεγάλων εμπνεύσεων του, σαν «ομφαλό της γης»! Και τα χωριά
της τα αποκαλεί «ονομαστά». Και τον κόλπο της σαν ένα αθάνατο όνειρο της ζωής! θλίβεται ή ψυχή μας, άμα σκεφθούμε ότι
αυτό το όνειρο, αυτό τον ακριβό πλούτο μας, τον δηλητηριάζει σήμερα ή βιομηχανία Σουρλάγκα...
Άλλα ο Ελύτης συνεχίζει: «Από ψηλά, και μες απ' τ' αραιά στενόμακρα φύλλα, χάνεις ολότελα την αίσθηση πού δίνουν οι
υψομετρικές διαφορές κι έχεις την εντύπωση ότι αν σε φυσήξουν, θα ξεφύγεις πλέοντας μες στον αέρα σαν πούπουλο.
Άλλωστε, μόλις πού αγγίζεις με το πόδι σου το χώμα, ένα χώμα ηδονικό, καθάριο, ζεστό ακόμη από το κλώσσισμα της
καλοκαιριάτικης μέρας. Αν τύχει να 'ρχονται άπ' αντίκρυ σου ξωμάχοι με τα ζώα τους, με τις κομπανίες τους, είναι σ' άλλες
εποχές πια πού, χωρίς να το θέλεις, βρίσκεσαι. Τ' άλογα, δυο φορές πιο ψηλά άπ' το μπόι τους, προχωρούν αθόρυβα, με το
κεφάλι τεντωμένο σα να οσμίζονται το όνειρο κι οι λιγνόστεγνοι μελαψοί άντρες με τα καλπάκια τους, οι κοπέλες με τ'
αμυγδαλωτά μάτια κάτω άπ' τις φαρδιές μαντήλες τους, οι πολύχρωμες πατανίες, οι καλαθούνες, τα δεμάτια της αγριελιάς, όλα
μαζί προχωρούνε ολοένα καταπάνω σου και σε περνάνε σα να μην ήσουν από ύλη, τόσο αέρινος νιώθεις, τόσο βυθισμένος με
την πρύμνη στα περασμένα μοιάζει ο ανάγερτος πίσω σου κόσμος. Και μήτε πια πού σκέφτεσαι να πεις μια καλησπέρα...».
Είναι ολοφάνερο πάσο στις γραμμές αυτές ή αίσθηση της πατρίδας μιλά έντονα στην ευαισθησία του ποιητή. Και είναι στιγμές
πού αποξεχνιέται μέσα σ' ένα μπαξέ της Γέρας με μια βαθιά ερωτική ευλάβεια: «αν απομονωθεί κανείς στα βάθη ένας μπαξέ
της Γέρας για να ωτακουστήσει σα μαθητής, μπορεί συντέμνοντας τη γνώριμη βραδύτητα της φύσης να καταμετρήσει στάλα
στάλα τη σοφία πού ξέρει να πήζει μαζί με τα φως, μέσα σ' ένα ρόδι, ο ήλιος!».
Έχω την εντύπωση ότι όχι μόνο οι ελιές, αλλά και οι ροδιές, πού τόσο πολύ εμπνέουν την ποίηση του Ελύτη, προέρχονται από
το περιβάλλον της Γέρας και ειδικά οι πολλές ροδιές του κάμπου της. Άλλωστε και σε στίχους, πού δεν Ονομάζει την περιοχή,
όμως αναγνωρίζουμε τα τοπίο της Γέρας. Στη «Λεσβοπορεία» της συλλογής «Ήλιος ο Πρώτος» γράφει:
Στα χτηπήματα βαδίζαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο ξεπήδαγε από τους αιώνες
Και σε περίφημους στίχους του «Άξιον εστί» διαβάζουμε:
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Όμηρου
…………………………………………..
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Άλλα τι σημαίνουν όλα αυτά, όταν μέσα σ' αυτό το κορυφαίο έργο του, το «Άξιον εστί» ο Οδυσσέας Ελύτης, καθώς μεταφέρεται
πάλι ατή σκηνογραφία της Λέσβου, αισθάνεται την ανάγκη να εντοπισθεί αντικρίζοντας ένα προς ένα τα χωριά της Γέρας σαν
αναλαμπές, πιασμένα στο χορό, σε ώρα κοσμογονίας, γύρω στον πιο όμορφο κόλπο της γης, στην «καθάρια και ειρηνική
ατμόσφαιρα του κόλπου των ελαιώνων», όπως γράφει άλλου ο ίδιος;
Και πολύ πιο βαθιά πίσω απ' τα κύματα
στο Νησί με τους κόλπους των ελαιώνων
Μια στιγμή μου εφάνηκε θωρούσα Εκείνον
που το αίμα του έδωσε να σαρκωθώ
τον τραχύ του Άγιου δρόμο ν' ανεβαίνει
μια φοράν ακόμη
Μια φοράν ακόμη
στα νερά της Γέρας ν' ακουμπά τα δάχτυλα
και τα πέντε ν' ανάβουνε χωριά
ο Παπάδος, ο Πλακάδος, ο Παλαιόκηπος
ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός
εξουσία και κλήρος της γενιάς μου....
Αυτή τη στιγμή ο ποιητής αναγνωρίζει με δυνατή συγκίνηση την πατρίδα του. Αυτή τη στιγμή τα μάτια του γεμίζουν απ' το όμορφο
όραμα. Αυτή τη στιγμή πατά στερεά στη γη του και συνεπαρμένος από μεγάλη έμπνευση τραγουδά το μεγάλο τραγούδι της ζωής
του — το συγκλονιστικό εμβατήριο της Ρωμιοσύνης...
* Το κείμενο προέρχεται από το 1ο Τεύχος
της "Γέρας" 1980.
|